Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Requirement
01
απαίτηση, προϋπόθεση
something that is essential or indispensable
Παραδείγματα
Knowledge of English is a requirement for the position.
Η γνώση της αγγλικής γλώσσας είναι απαίτηση για τη θέση.
02
απαίτηση, υποχρέωση
an activity or action that must be performed
Παραδείγματα
The application includes a writing requirement.
Η εφαρμογή περιλαμβάνει μια απαίτηση γραφής.
03
προϋπόθεση, προαπαιτούμενο
something that must be fulfilled beforehand
Παραδείγματα
Submission of the form is a requirement prior to registration.
Η υποβολή της φόρμας είναι απαίτηση πριν από την εγγραφή.
Λεξικό Δέντρο
requirement
require



























