requital
req
ˈrɪk
rik
ui
waɪ
vai
tal
təl
tēl
remittalembrittledesyrelfittle

Ορισμός και σημασία του "requital"στα αγγλικά

01

ανταπόδοση, αποζημίωση

an act of giving something in return for an action or something else 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
requitals
Παραδείγματα
The generous gift was given as a requital for his years of loyalty. 

Το γενναιόδωρο δώρο δόθηκε ως ανταπόδοση για τα χρόνια της πίστης του.

02

ανταπόδοση, εκδίκηση

the returning of something or an action as revenge 
Παραδείγματα
The hero’s act of requital was driven by the need to protect his people, even at great personal cost. 

Η πράξη εκδίκησης του ήρωα κινήθηκε από την ανάγκη να προστατεύσει τον λαό του, ακόμα και με μεγάλο προσωπικό κόστος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store