Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reschedule
01
επαναπρογραμματίζω, αναβάλλω
to arrange a new time or date for something that was previously set
Transitive: to reschedule an event or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reschedule
γ΄ ενικό πρόσωπο
reschedules
ενεστώτα μετοχή
rescheduling
απλός αόριστος
rescheduled
παθητική μετοχή
rescheduled
Παραδείγματα
I reschedule appointments when necessary.
Επαναπρογραμματίζω ραντεβού όταν είναι απαραίτητο.
Λεξικό Δέντρο
reschedule
schedule



























