requirement
req
ˈrɪk
rik
uire
waɪə
vaie
ment
mənt
mēnt
retirement

Ορισμός και σημασία του "requirement"στα αγγλικά

01

απαίτηση, προϋπόθεση

something that is essential or indispensable 
requirement definition and meaning
Παραδείγματα
Water is a basic requirement for life. 

Το νερό είναι μια βασική απαίτηση για τη ζωή.

02

απαίτηση, υποχρέωση

an activity or action that must be performed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
requirements
Παραδείγματα
Completing homework is a course requirement. 

Η ολοκλήρωση της εργασίας είναι μια απαίτηση του μαθήματος.

03

προϋπόθεση, προαπαιτούμενο

something that must be fulfilled beforehand 
Παραδείγματα
A prerequisite course is a requirement before enrollment. 

Ένα προαπαιτούμενο μάθημα είναι μια προϋπόθεση πριν από την εγγραφή.

Λεξικό Δέντρο

requirement
require
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store