Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Requirement
01
απαίτηση, προϋπόθεση
something that is essential or indispensable
Παραδείγματα
Water is a basic requirement for life.
Το νερό είναι μια βασική απαίτηση για τη ζωή.
02
απαίτηση, υποχρέωση
an activity or action that must be performed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
requirements
Παραδείγματα
Completing homework is a course requirement.
Η ολοκλήρωση της εργασίας είναι μια απαίτηση του μαθήματος.
03
προϋπόθεση, προαπαιτούμενο
something that must be fulfilled beforehand
Παραδείγματα
A prerequisite course is a requirement before enrollment.
Ένα προαπαιτούμενο μάθημα είναι μια προϋπόθεση πριν από την εγγραφή.
Λεξικό Δέντρο
requirement
require



























