requirement
req
ˈrɪk
ρικ
uire
waɪr
ουαιρ
ment
mənt
μαντ
/ɹɪkwˈa‍ɪ‍əmənt/

Ορισμός και σημασία του "requirement"στα αγγλικά

01

απαίτηση, προϋπόθεση

something that is essential or indispensable
requirement definition and meaning
Παραδείγματα
Knowledge of English is a requirement for the position.
Η γνώση της αγγλικής γλώσσας είναι απαίτηση για τη θέση.
02

απαίτηση, υποχρέωση

an activity or action that must be performed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
requirements
Παραδείγματα
The application includes a writing requirement.
Η εφαρμογή περιλαμβάνει μια απαίτηση γραφής.
03

προϋπόθεση, προαπαιτούμενο

something that must be fulfilled beforehand
Παραδείγματα
Submission of the form is a requirement prior to registration.
Η υποβολή της φόρμας είναι απαίτηση πριν από την εγγραφή.

Λεξικό Δέντρο

requirement
require
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store