to necessitate
ne
ni
ce
ˈsɛ
se
ssi
si
tate
teɪt
teit

Ορισμός και σημασία του "necessitate"στα αγγλικά

to necessitate
01

απαιτώ, καθιστώ απαραίτητο

require as useful, just, or proper 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
necessitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
necessitates
ενεστώτα μετοχή
necessitating
απλός αόριστος
necessitated
παθητική μετοχή
necessitated
02

απαιτώ, καθιστώ απαραίτητο

to make something required due to specific circumstances 
Παραδείγματα
The company's expansion necessitated hiring more staff to meet growing demand. 

Η επέκταση της εταιρείας απαίτησε την πρόσληψη περισσότερου προσωπικού για να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store