Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to necessitate
01
απαιτώ, καθιστώ απαραίτητο
require as useful, just, or proper
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
necessitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
necessitates
ενεστώτα μετοχή
necessitating
απλός αόριστος
necessitated
παθητική μετοχή
necessitated
02
απαιτώ, καθιστώ απαραίτητο
to make something required due to specific circumstances
Παραδείγματα
The company's expansion necessitated hiring more staff to meet growing demand.
Η επέκταση της εταιρείας απαίτησε την πρόσληψη περισσότερου προσωπικού για να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση.



























