essayist
e
ˈɛ
e
ssayist
seɪɪst
seiist

Ορισμός και σημασία του "essayist"στα αγγλικά

01

δοκιμιογράφος, συγγραφέας δοκιμίων

someone who writes essays to be published 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
essayists
Παραδείγματα
The famous essayist wrote about social issues with sharp wit. 

Ο διάσημος δοκιμιογράφος έγραψε για κοινωνικά ζητήματα με οξύμωρο.

Λεξικό Δέντρο

essayist
essay
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store