Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crazily
01
τρελά, με ανεξέλεγκτο τρόπο
in a wild or out-of-control way, often with sudden or erratic movement or behavior
Παραδείγματα
The car swerved crazily before crashing into the barrier.
Το αυτοκίνητο έστριψε τρελά πριν συγκρουστεί με το φράγμα.
02
τρελά, με πάθος
with intense excitement or passion
Παραδείγματα
She laughed crazily at every joke, no matter how bad.
Γέλασε τρελά σε κάθε αστείο, ανεξάρτητα από το πόσο κακό ήταν.
Παραδείγματα
The movie was crazily long, stretching over three hours.
Η ταινία ήταν τρελά μεγάλη, κράτησε πάνω από τρεις ώρες.
Λεξικό Δέντρο
crazily
crazy
craze



























