Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deadly
01
θανατηφόρος, μορφωτικός
able to cause death
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
deadliest
συγκριτικός βαθμός
deadlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The explosion had deadly consequences.
Η έκρηξη είχε θανατηφόρες συνέπειες.
02
θανατηφόρος, μοιραίος
pertaining to a device or weapon designed to kill
Παραδείγματα
The assassin carried a deadly dagger.
Ο δολοφόνος κουβαλούσε ένα θανατηφόρο στιλέτο.
03
θανατηφόρος, καταστροφικός
extremely harmful or destructive
Παραδείγματα
Smoking is deadly to health.
Το κάπνισμα είναι θανατηφόρο για την υγεία.
04
θανατηφόρος, δηλητηριώδης
extremely poisonous or venomous
Παραδείγματα
The spider is deadly to humans.
Η αράχνη είναι θανάσιμη για τους ανθρώπους.
05
θανάσιμος, θανατηφόρος
causing spiritual death or loss of divine grace
Παραδείγματα
Pride is considered a deadly sin in many religions.
Η υπερηφάνεια θεωρείται θανάσιμη αμαρτία σε πολλές θρησκείες.
06
θανατηφόρος, αστραπιαία εξελισσόμενος
(of a disease) progressing rapidly and violently
Παραδείγματα
Deadly outbreaks often overwhelm local hospitals.
Οι θανατηφόρες επιδημίες συχνά κατακλύζουν τα τοπικά νοσοκομεία.
deadly
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She was deadly serious about quitting her job.
Ήταν θανατηφόρα σοβαρή για το να παρατήσει τη δουλειά της.
02
θανατηφόρα, σαν νεκρός
resembling or appearing as if dead
Παραδείγματα
The animal lay deadly still on the forest floor.
Το ζώο κείτονταν θανατηφόρα ακίνητο στο δάπεδο του δάσους.
Λεξικό Δέντρο
deadliness
deadly
dead



























