deadly
Pronunciation
/ˈdɛdɫi/

Ορισμός και σημασία του "deadly"στα αγγλικά

01

θανατηφόρος, μορφωτικός

able to cause death
deadly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
deadliest
συγκριτικός βαθμός
deadlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He survived a deadly fall from the cliff.
Επιβίωσε από μια θανατηφόρα πτώση από τον γκρεμό.
02

θανατηφόρος, μοιραίος

pertaining to a device or weapon designed to kill
Παραδείγματα
Deadly projectiles were fired from the catapult.
Θανατηφόρα βλήματα εκτοξεύθηκαν από την καταπέλτη.
03

θανατηφόρος, καταστροφικός

extremely harmful or destructive
Παραδείγματα
Pollution has a deadly effect on the ecosystem.
Η ρύπανση έχει θανατηφόρο επίδραση στο οικοσύστημα.
04

θανατηφόρος, δηλητηριώδης

extremely poisonous or venomous
Παραδείγματα
Deadly venom spreads quickly through the bloodstream.
Το θανατηφόρο δηλητήριο εξαπλώνεται γρήγορα στον κυκλοφορικό αγωγό.
05

θανάσιμος, θανατηφόρος

causing spiritual death or loss of divine grace
Παραδείγματα
Religious texts describe deadly acts that separate humans from God.
Τα θρησκευτικά κείμενα περιγράφουν θανατηφόρες πράξεις που χωρίζουν τους ανθρώπους από τον Θεό.
06

θανατηφόρος, αστραπιαία εξελισσόμενος

(of a disease) progressing rapidly and violently
Παραδείγματα
The disease was both sudden and deadly.
Η ασθένεια ήταν τόσο ξαφνική όσο και θανατηφόρα.
01

θανατηφόρα

used to emphasize a quality or degree
informal
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
I'm deadly sure he lied about where he was last night.
Είμαι θανατηφόρα σίγουρος ότι είπε ψέματα για το πού ήταν χθες το βράδυ.
02

θανατηφόρα, σαν νεκρός

resembling or appearing as if dead
Παραδείγματα
The man remained deadly after the accident.
Ο άνδρας παρέμεινε θανατηφόρος μετά το ατύχημα.

Λεξικό Δέντρο

deadliness
deadly
dead
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store