excitedly
exc
ˈɪks
ικσ
i
αι
ted
tɪd
τιντ
ly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "excitedly"στα αγγλικά

01

ενθουσιασμένα, με ενθουσιασμό

with eagerness, enthusiasm, or anticipation 
excitedly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The children shouted excitedly as the parade passed by. 

Τα παιδιά φώναζαν με ενθουσιασμό καθώς περνούσε η παρέλαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

excitedly
excited
excite
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store