excited
exc
ˈɪks
iks
i
ai
ted
tɪd
tid
ignitedsightedunitedblighted

Ορισμός και σημασία του "excited"στα αγγλικά

01

ενθουσιασμένος,εξιταρισμένος, very happy and full of energy

feeling very happy, interested, and energetic 
excited definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most excited
συγκριτικός βαθμός
more excited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was excited to start his new job. 

Ήταν ενθουσιασμένος να ξεκινήσει τη νέα του δουλειά.

02

εξεγερμένος, ενθουσιασμένος

experiencing heightened arousal due to sexual stimulation or desire 

aroused

Παραδείγματα
He became visibly excited by her touch. 

Έγινε ορατά ερεθισμένος από το άγγιγμά της.

03

διεγερμένος, ενεργειακός

existing in a state of higher energy than the lowest state 
Παραδείγματα
The excited electrons give off light when they drop to a lower energy state. 

Τα διεγερμένα ηλεκτρόνια εκπέμπουν φως όταν πέφτουν σε χαμηλότερη ενεργειακή κατάσταση.

04

νευρικός, ανήσυχος

nervous, restless, or unable to relax 
Παραδείγματα
The children were excited before the school trip. 

Τα παιδιά ήταν ενθουσιασμένα πριν από τη σχολική εκδρομή.

Λεξικό Δέντρο

excitedly
overexcited
unexcited
excited
excite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store