Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
excited
01
ενθουσιασμένος,εξιταρισμένος, very happy and full of energy
feeling very happy, interested, and energetic
Παραδείγματα
They were excited to try the new roller coaster at the theme park.
Ήταν ενθουσιασμένοι να δοκιμάσουν το νέο τρενάκι στο θεματικό πάρκο.
02
εξεγερμένος, ενθουσιασμένος
experiencing heightened arousal due to sexual stimulation or desire
Παραδείγματα
She felt excited just thinking about the night ahead.
Αισθανόταν εξιταρισμένη μόνο που σκεφτόταν τη νύχτα που ερχόταν.
03
διεγερμένος, ενεργειακός
existing in a state of higher energy than the lowest state
Παραδείγματα
Heat caused the gas particles to reach excited energy levels.
Η θερμότητα προκάλεσε τα σωματίδια του αερίου να φτάσουν διεγερμένα επίπεδα ενέργειας.
Λεξικό Δέντρο
excitedly
overexcited
unexcited
excited
excite



























