Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exhilarated
01
ενθουσιασμένος, ευτυχισμένος
filled with a strong sense of excitement or happiness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exhilarated
συγκριτικός βαθμός
more exhilarated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, state
Παραδείγματα
The exhilarated laughter of children echoed through the amusement park after an exciting day of rides and games.
Το ενθουσιασμένο γέλιο των παιδιών ηχούσε στο λούνα παρκ μετά από μια συναρπαστική μέρα με βόλτες και παιχνίδια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
exhilarated
exhilarate



























