Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to creak
01
τρίζω, κροτώ
to make a harsh, high-pitched sound when something rubs against or moves against another surface that is rough or rusty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
creak
γ΄ ενικό πρόσωπο
creaks
ενεστώτα μετοχή
creaking
απλός αόριστος
creaked
παθητική μετοχή
creaked
Παραδείγματα
The old wooden floorboards began to creak under the weight of each step as we walked through the abandoned house.
Οι παλιές ξύλινες σανίδες του δαπέδου άρχισαν να τρίζουν κάτω από το βάρος κάθε βήματος καθώς περπατούσαμε μέσα στο εγκαταλειμμένο σπίτι.
Creak
01
τρίξιμο, τσούξιμο
a high-pitched, squeaking sound, typically produced by something wooden or metallic when under pressure or movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
creaks
Παραδείγματα
The old floorboards emitted a creak with every step she took.
Οι παλιές σανίδες του δαπέδου εξέπεμπαν ένα τρίξιμο με κάθε βήμα που έκανε.
Λεξικό Δέντρο
creaking
creaking
creak



























