Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stupidly
01
ηλίθια, ανόητα
in a way that shows poor judgment or a lack of intelligence or sense
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
He stupidly ignored the warning signs and drove into the flooded road.
Ηλίθια, αγνόησε τα σήματα προειδοποίησης και οδήγησε στον πλημμυρισμένο δρόμο.
Παραδείγματα
The child stared stupidly at the magician's disappearing trick.
Το παιδί κοιτούσε ηλίθια το τρικ εξαφάνισης του μάγου.
03
βλακωδώς, παραλογικά
to a ridiculous, excessive, or unreasonable degree
Παραδείγματα
The car was stupidly expensive for something so impractical.
Το αυτοκίνητο ήταν ανόητα ακριβό για κάτι τόσο μη πρακτικό.
Λεξικό Δέντρο
stupidly
stupid



























