Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stupidly
01
ηλίθια, ανόητα
in a way that shows poor judgment or a lack of intelligence or sense
Παραδείγματα
She stupidly revealed the surprise party plan to the guest of honor.
Αυτή ανόητα αποκάλυψε το σχέδιο του πάρτι έκπληξης στον τιμώμενο.
Παραδείγματα
He stood stupidly at the podium, forgetting every word of his speech.
Στάθηκε ανόητα στο βήμα, ξεχνώντας κάθε λέξη της ομιλίας του.
03
βλακωδώς, παραλογικά
to a ridiculous, excessive, or unreasonable degree
Παραδείγματα
She was stupidly generous, giving away half her paycheck.
Ήταν ανόητα γενναιόδωρη, δίνοντας μακριά το μισό της μισθό.
Λεξικό Δέντρο
stupidly
stupid



























