Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stupefying
01
καταπληκτικός, συνταρακτικός
confusing one so much that one doesn't know what to think due to confusion or shock
Παραδείγματα
It was a stupefying heat wave, with record temperatures causing many residents to feel lethargic and confused.
Ήταν ένα συγχυσμένο κύμα καύσωνα, με ρεκόρ θερμοκρασιών που έκαναν πολλούς κατοίκους να αισθάνονται ληθαργικούς και μπερδεμένους.
02
εκπληκτικός, καταπληκτικός
shocking with surprise and consternation
03
καταπληκτικός, ζαλιστικός
making physically stupid or dull or insensible
Λεξικό Δέντρο
stupefying
stupefy



























