Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stunted
01
καταστραμμένος, αναπτυξιακά καθυστερημένος
smaller or of poorer quality than normal, often due to a lack of proper growth or development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stunted
συγκριτικός βαθμός
more stunted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His stunted education limited his career opportunities.
Η εμποδισμένη εκπαίδευσή του περιόρισε τις επαγγελματικές του ευκαιρίες.
Λεξικό Δέντρο
stuntedness
stunted
stunt



























