Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stunted
01
καταστραμμένος, αναπτυξιακά καθυστερημένος
smaller or of poorer quality than normal, often due to a lack of proper growth or development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stunted
συγκριτικός βαθμός
more stunted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
growth, development, quality
Παραδείγματα
The tree's stunted growth was caused by poor soil.
Η καθυστερημένη ανάπτυξη του δέντρου προκλήθηκε από φτωχό έδαφος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stuntedness
stunted
stunt



























