Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chisel in
01
διακόπτω, παρεμβαίνω στη συζήτηση
break into a conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
chisel
ενεστώτας
chisel in
γ΄ ενικό πρόσωπο
chisels in
ενεστώτα μετοχή
chiseling in
απλός αόριστος
chiseled in
παθητική μετοχή
chiseled in



























