Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chiropteran
01
χειρόπτερο, νυχτερίδα
nocturnal mouselike mammal with forelimbs modified to form membranous wings and anatomical adaptations for echolocation by which they navigate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chiropterans



























