chirography
chi
kaɪ
kai
rog
ˈrɒg
rog
ra
phy
fi
fi

Ορισμός και σημασία του "chirography"στα αγγλικά

01

καλλιγραφία, όμορφη γραφή

beautiful handwriting 
chirography definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chirographies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store