to chisel in
chi
ˈʧɪ
chi
sel
zəl
zēl
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "chisel in"στα αγγλικά

to chisel in
01

διακόπτω, παρεμβαίνω στη συζήτηση

break into a conversation 
to chisel in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
chisel
ενεστώτας
chisel in
γ΄ ενικό πρόσωπο
chisels in
ενεστώτα μετοχή
chiseling in
απλός αόριστος
chiseled in
παθητική μετοχή
chiseled in

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store