Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carry off
01
αντεπεξέρχομαι, διαχειρίζομαι με επιτυχία
to handle or manage something, often perceived as difficult or challenging, successfully or with confidence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
carry
ενεστώτας
carry off
γ΄ ενικό πρόσωπο
carries off
ενεστώτα μετοχή
carrying off
απλός αόριστος
carried off
παθητική μετοχή
carried off
Παραδείγματα
Despite his nerves, he carried the speech off in front of a large audience.
Παρά τα νεύρα του, πραγματοποίησε την ομιλία του μπροστά σε ένα μεγάλο ακροατήριο.
02
παίρνω, αφαιρώ ζωές
(of an illness) to cause the death of a person or many people
Παραδείγματα
The pandemic carried off thousands of lives across the globe.
Η πανδημία πήρε χιλιάδες ζωές σε όλο τον κόσμο.
03
κερδίζω, αποσπώ
to successfully win a prize or competition
Παραδείγματα
The band carried off the top prize at the music festival.
Η μπάντα κέρδισε το κορυφαίο βραβείο στο μουσικό φεστιβάλ.
04
απομακρύνω, μεταφέρω
to move something away from a place
Παραδείγματα
The workers will carry off the harvested crops to the processing facility.
Οι εργάτες θα μεταφέρουν τις συγκομισμένες καλλιέργειες στην εγκατάσταση επεξεργασίας.
05
απομακρύνω, κλέβω
to commit theft or abduction
Παραδείγματα
The burglars managed to carry off several valuable items from the house without being caught.
Οι διαρρήκτες κατάφεραν να κλέψουν πολλά πολύτιμα αντικείμενα από το σπίτι χωρίς να πιαστουν.
06
φορώ με επιτυχία, παρουσιάζω με στυλ
to successfully achieve a certain appearance or style
Παραδείγματα
Despite his attempts to appear sophisticated, he couldn't carry off the formal attire and ended up looking uncomfortable.
Παρά τις προσπάθειές του να φανεί εκλεπτυσμένος, δεν κατάφερε να φορέσει επιτυχώς την επίσημη ενδυμασία και κατέληξε να φαίνεται άβολα.



























