Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boycott
01
μποϊκοτάρω, συμμετέχω σε μποϊκοτάζ
to refuse to buy, use, or participate in something as a way to show disapproval or to try to bring about a change
Transitive: to boycott sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
boycott
γ΄ ενικό πρόσωπο
boycotts
ενεστώτα μετοχή
boycotting
απλός αόριστος
boycotted
παθητική μετοχή
boycotted
Παραδείγματα
Many customers boycotted the store after its poor customer service.
Πολλοί πελάτες μποϋκόταραν το κατάστημα μετά την κακή εξυπηρέτηση πελατών.
Boycott
01
μποϊκοτάζ, εμπορική άρνηση
a group's refusal to have commercial dealings with some organization in protest against its policies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boycotts



























