Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsettling
01
ανησυχητικός, δυσάρεστος
causing feelings of unease, discomfort, or anxiety
Παραδείγματα
The unsettling news of the impending layoffs spread quickly through the office.
Τα ανησυχητικά νέα για τις επικείμενες απολύσεις διαδόθηκαν γρήγορα στο γραφείο.
Unsettling
Παραδείγματα
The rise of misinformation is a major unsettling in modern journalism.
Η άνοδος της παραπληροφόρησης είναι μια μεγάλη ανησυχία στη σύγχρονη δημοσιογραφία.



























