unsettling
un
ʌn
an
sett
ˈsɛt
set
ling
lɪng
ling
settling

Ορισμός και σημασία του "unsettling"στα αγγλικά

unsettling
01

ανησυχητικός, δυσάρεστος

causing feelings of unease, discomfort, or anxiety 
unsettling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsettling
συγκριτικός βαθμός
more unsettling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unsettling feeling of being watched made her hurry down the dimly lit alley. 

Το αναστατωμένο συναίσθημα ότι την παρακολουθούσαν την έκανε να βιαστεί στο σκοτεινό σοκάκι.

01

ανησυχία, ταραχή

something that causes discomfort or disturbance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unsettlings
Παραδείγματα
The sudden changes in the economy led to a period of unsettling in global markets. 

Οι αιφνίδιες αλλαγές στην οικονομία οδήγησαν σε μια περίοδο αναστάτωσης στις παγκόσμιες αγορές.

Λεξικό Δέντρο

unsettling
unsettle
settle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store