unsettling
un
ən
αν
se
ˈsɛ
σε
tt
τα
ling
lɪng
λινγκ
/ʌnsˈɛtlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unsettling"στα αγγλικά

unsettling
01

ανησυχητικός, δυσάρεστος

causing feelings of unease, discomfort, or anxiety
unsettling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsettling
συγκριτικός βαθμός
more unsettling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unsettling news of the impending layoffs spread quickly through the office.
Τα ανησυχητικά νέα για τις επικείμενες απολύσεις διαδόθηκαν γρήγορα στο γραφείο.
01

ανησυχία, ταραχή

something that causes discomfort or disturbance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The rise of misinformation is a major unsettling in modern journalism.
Η άνοδος της παραπληροφόρησης είναι μια μεγάλη ανησυχία στη σύγχρονη δημοσιογραφία.

Λεξικό Δέντρο

unsettling
unsettle
settle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store