Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bosom
01
στήθος, αγκαλιά
a person's chest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bosoms
Παραδείγματα
The baby fell asleep, cradled in the bosom of her mother.
Το μωρό κοιμήθηκε, αγκαλιασμένο στο στήθος της μητέρας του.
1.1
στήθος, μαστός
either of the two round, fleshy parts on a woman’s chest that produce milk after childbirth
02
αγκαλιά, κόλπος
a close affectionate and protective acceptance
Παραδείγματα
She found solace in the bosom of her family during difficult times.
Βρήκε παρηγοριά στην αγκαλιά της οικογένειάς της σε δύσκολες στιγμές.
03
στήθος, μάστιγα
cloth that covers the chest or breasts
Παραδείγματα
The dress had a ruffled bosom, adding a touch of elegance to the design.
Το φόρεμα είχε μια πτυχωτή στήθος, προσθέτοντας μια αίσθηση κομψότητας στο σχέδιο.
04
σπονδυλική στήλη, κύπος
the chest considered as the place where secret thoughts are kept
05
κόλπος, καρδιά
the locus of feelings and intuitions
to bosom
01
αγκαλιάζω με στοργή, σφίγγω στο στήθος
hold (someone) tightly in your arms, usually with fondness
Transitive: to bosom sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bosom
γ΄ ενικό πρόσωπο
bosoms
ενεστώτα μετοχή
bosoming
απλός αόριστος
bosomed
παθητική μετοχή
bosomed
Παραδείγματα
She bosomed her child after a long day at school, cherishing the warmth and comfort of their embrace.
Αγκάλιασε το παιδί της μετά από μια μεγάλη μέρα στο σχολείο, εκτιμώντας τη ζεστασιά και την άνεση της αγκαλιάς τους.
02
κρύβω στο στήθος, κρύβω στην αγκαλιά
hide in one's bosom
Λεξικό Δέντρο
bosomy
bosom



























