Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unveil
01
αποκαλύπτω, εγκαινιάζω
to remove a cover from a statue, painting, etc. for the people to see, particularly as part of a public ceremony
Transitive: to unveil sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unveil
γ΄ ενικό πρόσωπο
unveils
ενεστώτα μετοχή
unveiling
απλός αόριστος
unveiled
παθητική μετοχή
unveiled
Παραδείγματα
The mayor proudly unveiled the new city monument during the grand opening ceremony.
Ο δήμαρχος αποκάλυψε με περηφάνια το νέο μνημείο της πόλης κατά τη μεγάλη τελετή έναρξης.
02
αποκαλύπτω, αποκαλύπτομαι
to remove a veil, covering, or mask and reveal oneself or one's face
Intransitive
Παραδείγματα
The bride unveiled at the altar, revealing her radiant smile and bringing tears of joy to everyone's eyes.
Η νύφη αποκαλύφθηκε στο βωμό, αποκαλύπτοντας το λαμπρό της χαμόγελο και φέρνοντας δάκρυα χαράς στα μάτια όλων.
03
αποκαλύπτω, αποκαλύπτω
to reveal or disclose something previously concealed or hidden
Transitive: to unveil information
Παραδείγματα
The company CEO unveiled the new product features during the press conference.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας αποκάλυψε τα νέα χαρακτηριστικά του προϊόντος κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου.
Λεξικό Δέντρο
unveil
veil



























