unused
un
ˌʌn
an
used
ˈju:zd
yoozd
amusedabusedbruisedfused

Ορισμός και σημασία του "unused"στα αγγλικά

01

αχρησιμοποίητος, δεν χρησιμοποιείται

not put into action by anyone before 
unused definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unused
συγκριτικός βαθμός
more unused
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unused gym membership was a waste of money. 

Η αχρησιμοποίητη συνδρομή στο γυμναστήριο ήταν σπατάλη χρημάτων.

02

αχρησιμοποίητος, μη χρησιμοποιημένος

an easy accomplishment 
03

αχρησιμοποίητος, μη χρησιμοποιούμενος

not in active use 
04

αχρησιμοποίητος, δεν έχει ακόμη χρησιμοποιηθεί

not yet put into use 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store