Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unused
01
αχρησιμοποίητος, δεν χρησιμοποιείται
not put into action by anyone before
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unused
συγκριτικός βαθμός
more unused
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The room remained pristine and unused since the renovation.
Το δωμάτιο παρέμεινε άψογο και αχρησιμοποίητο από την ανακαίνιση.
02
αχρησιμοποίητος, μη χρησιμοποιημένος
an easy accomplishment
03
αχρησιμοποίητος, μη χρησιμοποιούμενος
not in active use
04
αχρησιμοποίητος, δεν έχει ακόμη χρησιμοποιηθεί
not yet put into use
Λεξικό Δέντρο
unused
used
use



























