Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unusual
01
ασυνήθιστος, σπάνιος
not commonly happening or done
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unusual
συγκριτικός βαθμός
more unusual
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His quiet behavior at the party was unusual.
Η ήσυχη συμπεριφορά του στο πάρτι ήταν ασυνήθιστη.
Λεξικό Δέντρο
unusual
usual



























