atypic
a
ei
ty
ˈtɪ
ti
pic
pɪk
pik
typicbiotypicgenotypicphilippic

Ορισμός και σημασία του "atypic"στα αγγλικά

01

άτυπο, μη τυπικό

deviating from the usual or typical 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most atypic
συγκριτικός βαθμός
more atypic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientist observed atypic cell growth in the sample. 

Ο επιστήμονας παρατήρησε ατυπική ανάπτυξη κυττάρων στο δείγμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store