attributive
att
ˈət
ατ
ri
ρι
bu
bjʊ
μπγου
tive
tɪv
τιβ

Ορισμός και σημασία του "attributive"στα αγγλικά

attributive
01

προσδιοριστικός, επίθετο

(grammar)(of a noun or adjective) joined directly to a noun and modifying it, without a linking verb 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
grammar, linguistics
Παραδείγματα
In "the green apple," "green" is an attributive modifying "apple." 

Στο "πράσινο μήλο", το "πράσινο" είναι ένα επίθετο που τροποποιεί το "μήλο".

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

attributively
attributive
attribute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store