Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unusually
01
ασυνήθιστα, παράξενα
in a manner that is not normal or expected
Παραδείγματα
The hairstyle was cut unusually, with asymmetrical layers and bold highlights.
Το χτένισμα ήταν κομμένο ασυνήθιστα, με ασύμμετρα στρώματα και τολμηρά highlights.
02
ασυνήθιστα, εξαιρετικά
more than usual or greater than average
Παραδείγματα
Today, the traffic was unusually light, so I reached home early.
Σήμερα, η κυκλοφορία ήταν ασυνήθιστα ελαφριά, οπότε έφτασα σπίτι νωρίς.
Λεξικό Δέντρο
unusually
usually
usual



























