Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peculiarly
01
παραδόξως, ασυνήθιστα
in a way that is strange or unusual
Παραδείγματα
The tree in the backyard grew peculiarly, with branches forming interesting shapes.
Το δέντρο στην πίσω αυλή μεγάλωσε παράξενα, με κλαδιά που σχημάτιζαν ενδιαφέροντα σχήματα.
02
ιδιαίτερα, χαρακτηριστικά
uniquely or characteristically
03
ιδιαίτερα, παράξενα
to a distinctly greater extent or degree than is common
Λεξικό Δέντρο
peculiarly
peculiar
peculate
pecul



























