pedagogical
pe
ˌpɛ
pe
da
go
ˈgɒ
go
gi
ʤɪ
ji
cal
kəl
kēl
theologicalvirologicalontologicalideological

Ορισμός και σημασία του "pedagogical"στα αγγλικά

pedagogical
01

παιδαγωγικός

of or relating to pedagogy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
education, teaching, theory

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pedagogically
pedagogical
pedagog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store