Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peculiar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most peculiar
συγκριτικός βαθμός
more peculiar
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The peculiar sound coming from the engine signaled that there might be a mechanical issue.
Ο παράξενος ήχος που προέρχεται από τον κινητήρα υπέδειξε ότι μπορεί να υπάρχει μηχανικό πρόβλημα.
02
ιδιαίτερος, μοναδικός
having distinct characteristics or qualities that make something different or unique
Παραδείγματα
The artist ’s peculiar style was immediately recognizable in every piece he created.
Το ιδιαίτερο στυλ του καλλιτέχνη ήταν αμέσως αναγνωρίσιμο σε κάθε κομμάτι που δημιούργησε.
Παραδείγματα
Certain flora are peculiar to this isolated part of the rainforest.
Ορισμένες χλωρίδες είναι χαρακτηριστικές για αυτό το απομονωμένο τμήμα του τροπικού δάσους.
Λεξικό Δέντρο
peculiarly
peculiar
peculate
pecul



























