Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peculiar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most peculiar
συγκριτικός βαθμός
more peculiar
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She has a peculiar habit of collecting vintage teapots.
Έχει μια ιδιαίτερη συνήθεια να συλλέγει βινταζ τσαγιέρες.
02
ιδιαίτερος, μοναδικός
having distinct characteristics or qualities that make something different or unique
Παραδείγματα
The peculiar flavor of the dish made it stand out among the others.
Η ιδιαίτερη γεύση του πιάτου το έκανε να ξεχωρίζει μεταξύ των άλλων.
Παραδείγματα
The traditions of the village are peculiar to their ancient heritage.
Οι παραδόσεις του χωριού είναι ιδιαίτερες για την αρχαία κληρονομιά τους.
Λεξικό Δέντρο
peculiarly
peculiar
peculate
pecul



























