Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peculate
01
καταχρώμαι, οικειοποιούμαι δόλια
appropriate (as property entrusted to one's care) fraudulently to one's own use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peculate
γ΄ ενικό πρόσωπο
peculates
ενεστώτα μετοχή
peculating
απλός αόριστος
peculated
παθητική μετοχή
peculated
Λεξικό Δέντρο
peculation
peculator
peculiar
peculate
pecul



























