to peculate
pe
ˈpɛ
πε
cu
kjʊ
κγου
late
leɪt
λειτ
piculet

Ορισμός και σημασία του "peculate"στα αγγλικά

to peculate
01

καταχρώμαι, οικειοποιούμαι δόλια

appropriate (as property entrusted to one's care) fraudulently to one's own use 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peculate
γ΄ ενικό πρόσωπο
peculates
ενεστώτα μετοχή
peculating
απλός αόριστος
peculated
παθητική μετοχή
peculated

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

peculation
peculator
peculiar
peculate
pecul
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store