pedagog
pe
ˈpɛ
pe
da
gog
gɒg
gog
pedagogue

Ορισμός και σημασία του "pedagog"στα αγγλικά

01

παιδαγωγός, παραδοσιακός δάσκαλος

a person who teaches young people, often with a formal or traditional approach to instruction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pedagogs
Παραδείγματα
The old pedagog insisted on discipline and memorization in his classroom. 

Ο παλιός παιδαγωγός επέμενε στην πειθαρχία και την απομνημόνευση στην τάξη του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pedagogic
pedagogical
pedagogics
pedagog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store