Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to transgress
01
παραβαίνω, παραβιάζω
to knowingly violate regulations or agreements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
transgress
γ΄ ενικό πρόσωπο
transgresses
ενεστώτα μετοχή
transgressing
απλός αόριστος
transgressed
παθητική μετοχή
transgressed
Παραδείγματα
The daring graffiti artist decided to transgress city ordinances by spray-painting an elaborate mural on the public building.
Ο τολμηρός καλλιτέχνης γκράφιτι αποφάσισε να παραβεί τις δημοτικές διαταγές ψεκάζοντας ένα περίτεχνο τοιχογραφία σε δημόσιο κτίριο.
02
παραβιάζω, υπερβαίνω
to explore new things in thoughts, actions, or places, going beyond what is known or expected
Παραδείγματα
James, driven by a desire to transgress the limits of ordinary travel, explored remote destinations, going beyond touristy spots and discovering hidden gems.
Ο Τζέιμς, οδηγούμενος από την επιθυμία να παραβεί τα όρια της συνηθισμένης ταξιδιωτικής εμπειρίας, εξερεύνησε απομακρυσμένους προορισμούς, πηγαίνοντας πέρα από τα τουριστικά μέρη και ανακαλύπτοντας κρυμμένα διαμάντια.
03
αμαρτάνω, παραβιάζω
commit a sin; violate a law of God or a moral law
04
επεκτείνομαι, εισβάλλω
spread over land, especially along a subsiding shoreline
Λεξικό Δέντρο
transgression
transgressor
transgress



























