Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sound off
01
εκφράζομαι με σφοδρότητα, μιλώ με πάθος
to express strong and often negative opinions about something, typically in a rude manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
sound
ενεστώτας
sound off
γ΄ ενικό πρόσωπο
sounds off
ενεστώτα μετοχή
sounding off
απλός αόριστος
sounded off
παθητική μετοχή
sounded off
Παραδείγματα
The coach sounded off in the locker room, motivating the team with a forceful and impassioned speech.
Ο προπονητής έβγαλε τα απωθημένα του στην αποδυτήρια, παρακινώντας την ομάδα με ένα δυναμικό και παθιασμένο λόγο.
02
παίζω τα τύμπανα, κάνω να ακουστούν τα τύμπανα
to play three ceremonial chords before and after marching along a line of troops
Παραδείγματα
The marching band sounded the drums off, marking the beginning of the parade.
Η μπάντα πορείας έπαιξε τα τύμπανα, σηματοδοτώντας την αρχή της παρέλασης.
03
κάνω απογραφή, αναγγέλλω τον αριθμό μου
(in military) to shout specific information, such as numbers or names, to confirm presence
Dialect
American
Παραδείγματα
During the morning formation, each soldier threw off their assigned number to confirm their attendance.
Κατά τη διάρκεια της πρωινής διάταξης, κάθε στρατιώτης έκανε αναφορά για να επιβεβαιώσει την παρουσία του.



























