Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rouse
01
ξυπνώ, εγείρω
to wake someone up
Transitive: to rouse sb
Παραδείγματα
The loud noise outside the window served to rouse her from a deep sleep.
Ο δυνατός θόρυβος έξω από το παράθυρο βοήθησε να την ξυπνήσει από βαθύ ύπνο.
02
διεγείρω, ξυπνώ
to stimulate someone or something to move from a state of rest, inactivity, or dormancy
Transitive: to rouse sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
rouses
ενεστώτα μετοχή
rousing
απλός αόριστος
roused
παθητική μετοχή
roused
Παραδείγματα
The news report roused people to take action for the cause.
Η ειδησεογραφική αναφορά προκάλεσε τους ανθρώπους να ενεργήσουν για τον σκοπό.
03
εγείρω, προκαλώ
to stir up intense emotions in someone
Transitive: to rouse a feeling or reaction
Παραδείγματα
The unfair decision roused anger among the crowd.
Η άδικη απόφαση προκάλεσε θυμό στο πλήθος.
04
ξεβοσκώ, βγάζω από την κρυψώνα
to cause an animal, especially game, to come out of hiding or a sheltered spot
Transitive: to rouse an animal
Παραδείγματα
The hunter roused a deer from its hiding place in the bushes.
Ο κυνηγός ξύπνησε ένα ελάφι από την κρυψώνα του στους θάμνους.



























