Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rigorous
01
αυστηρός, ακριβής
(of a rule, process, etc.) strictly followed or applied
Παραδείγματα
The company follows a rigorous quality control process to ensure product reliability.
Η εταιρεία ακολουθεί μια αυστηρή διαδικασία ποιοτικού ελέγχου για να διασφαλίσει την αξιοπιστία του προϊόντος.
Παραδείγματα
The research team conducted a rigorous analysis of the data before drawing conclusions.
Η ερευνητική ομάδα πραγματοποίησε μια αυστηρή ανάλυση των δεδομένων πριν βγάλει συμπεράσματα.
Παραδείγματα
The rigorous winters in the north require special preparation for survival.
Οι αυστηροί χειμώνες στο βορρά απαιτούν ειδική προετοιμασία για την επιβίωση.
Λεξικό Δέντρο
rigorously
rigorousness
rigorous
rigor



























