rim
rim
rɪm
rim
nimdimgymmym
rimmed

Ορισμός και σημασία του "rim"στα αγγλικά

01

άκρη, ζάντα

the outer edge or border of a circular object, often serving as a boundary or support 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rims
Παραδείγματα
She admired the intricate design on the rim of the antique porcelain bowl. 

Θαύμασε το περίπλοκο σχέδιο στο χείλος του παλιού πορσελάνινου μπολ.

02

χείλος, άκρη

the top edge of a vessel or other container 
03

χείλος, περίμετρος

a projection used for strength or for attaching to another object 
04

ζάντα, άκρη

the outer edge of a wheel that holds the tire 
Παραδείγματα
She cleaned the rims to remove dirt and brake dust. 

Καθάρισε τα ζάντες για να αφαιρέσει βρωμιά και σκόνη φρένων.

05

χείλος

(basketball) the hoop from which the net is suspended 
to rim
01

τρέχω γύρω από το χείλος, περιτρέχω το χείλος

run around the rim of 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
rim
γ΄ ενικό πρόσωπο
rims
ενεστώτα μετοχή
rimming
απλός αόριστος
rimmed
παθητική μετοχή
rimmed
02

περιστρέφω γύρω από το χείλος, γυρίζω γύρω από το ζάντα

roll around the rim of 
03

περιγυρίζω, πλαισιώνω

furnish with a rim 

Λεξικό Δέντρο

rimless
rimy
rim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store