stringent
strin
ˈstrɪn
στριν
gent
ʤənt
τζαντ
/stɹˈɪnd‍ʒənt/

Ορισμός και σημασία του "stringent"στα αγγλικά

01

αυστηρός, επιθετικός

(of a law, regulation, rule, etc.) extremely limiting and strict
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stringent
συγκριτικός βαθμός
more stringent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The environmental group pushed for more stringent laws to protect endangered species.
Η περιβαλλοντική ομάδα πίεσε για πιο αυστηρούς νόμους για την προστασία των απειλούμενων ειδών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store