stringent
strin
ˈstrɪn
strin
gent
ʤənt
jēnt
strident

Ορισμός και σημασία του "stringent"στα αγγλικά

01

αυστηρός, επιθετικός

(of a law, regulation, rule, etc.) extremely limiting and strict 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stringent
συγκριτικός βαθμός
more stringent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
regulation, control, standards
Παραδείγματα
The company had stringent rules about employee conduct. 

Η εταιρεία είχε αυστηρούς κανόνες σχετικά με τη συμπεριφορά των υπαλλήλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stringently
stringent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store