to rewrite
Pronunciation
/ˈɹiˌɹaɪt/, /ɹiˈɹaɪt/

Ορισμός και σημασία του "rewrite"στα αγγλικά

to rewrite
01

ξαναγράφω, αναθεωρώ

to write something differently, often in order to improve it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rewrite
γ΄ ενικό πρόσωπο
rewrites
ενεστώτα μετοχή
rewriting
απλός αόριστος
rewrote
παθητική μετοχή
rewritten
Παραδείγματα
She decided to rewrite her essay to make it clearer.
Αποφάσισε να ξαναγράψει την έκθεσή της για να την κάνει πιο σαφή.
02

ξαναγράφω, τροποποιώ

to change something to suit a new or different purpose
Παραδείγματα
She rewrote the recipe to make it suitable for a vegan diet.
Ξαναέγραψε τη συνταγή για να την κάνει κατάλληλη για μια βιγκανική διατροφή.
01

ξαναγράψιμο

a version of something that has been written again, often to improve or update it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rewrites
Παραδείγματα
The rewrite of the policy document included new guidelines and procedures.
Η επανεγγραφή του εγγράφου πολιτικής περιλάμβανε νέες οδηγίες και διαδικασίες.

Λεξικό Δέντρο

rewrite
write
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store