to rewrite
re
ri:
ri
write
raɪt
rait
rerouteratite

Ορισμός και σημασία του "rewrite"στα αγγλικά

to rewrite
01

ξαναγράφω, αναθεωρώ

to write something differently, often in order to improve it 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rewrite
γ΄ ενικό πρόσωπο
rewrites
ενεστώτα μετοχή
rewriting
απλός αόριστος
rewrote
παθητική μετοχή
rewritten
Παραδείγματα
She rewrote the lyrics to fit the new melody. 

Έγραψε ξανά τους στίχους για να ταιριάζουν στη νέα μελωδία.

02

ξαναγράφω, τροποποιώ

to change something to suit a new or different purpose 
Παραδείγματα
The company rewrote its policies to comply with new regulations. 

Η εταιρεία ξαναέγραψε τις πολιτικές της για να συμμορφωθεί με τους νέους κανονισμούς.

01

ξαναγράψιμο

a version of something that has been written again, often to improve or update it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rewrites
Παραδείγματα
The editor requested a rewrite of the article to include more recent information. 

Ο εκδότης ζήτησε μια ξανά γραφή του άρθρου για να συμπεριλάβει πιο πρόσφατες πληροφορίες.

Λεξικό Δέντρο

rewrite
write
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store